μάζωμα

μάζωμα
τό
1) см. μάζε(υ)μα; 2) спорт, разбег, разгон

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μάζωμα" в других словарях:

  • μάζωμα — Οικισμός (15 κάτ.) του νομού Πρεβέζης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πρεβέζης. * * * το (Μ μάζωμα) [μαζώνω] το μάζεμα νεοελλ. παλμός, φόρα, αλλ. παραμάζωμα («πήρα μάζωμα και πήδησα το ρυάκι») μσν. 1. περισυλλογή 2. πλήθος 3. (ως πρόθ.) μαζί με …   Dictionary of Greek

  • μάζωμα — το το μάζεμα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιομάζωμα — το η συλλογή τού ελαιοκάρπου, το μάζεμα τής ελιάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιο (II)* + μάζωμα] …   Dictionary of Greek

  • παιδομάζωμα — Στρατιωτικός θεσμός της Oθωμανικής αυτοκρατορίας ο οποίος απέβλεπε στην επάνδρωση του σώματος των Γενιτσάρων και των ανακτορικών υπηρεσιών. Η αρχή του ανάγεται στο πρώτο μισό του 15ου αι. Η συχνότητα της ιδιότυπης αυτής στρατολογίας κυμαινόταν… …   Dictionary of Greek

  • Νικόπολις — I Αρχαία πόλη της Ηπείρου, στον λαιμό της χερσονήσου της Πρέβεζας, που την ίδρυσε ο Αύγουστος μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 μ.Χ.). Η θέση όπου ιδρύθηκε η N. δεν είχε τα προσόντα για να ελκύσει την προσοχή των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek

  • συλλογή — η 1. συνάθροιση, μάζωμα: Συλλογή καρπών. 2. σύνολο πραγμάτων που έχουν συλλεχτεί: Κατάρτισε μια πλούσια συλλογή αρχαίων νομισμάτων. 3. επίμονη σκέψη, το να βυθίζεται κάποιος σε σκέψεις: Τον τρώει η συλλογή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»